Διάβαζα Ρωμαίο και Ιουλιέττα και γελούσα με την παιδική τους αφέλεια. Μόλις στα 13 μου και ήδη μπορούσα να διακρίνω πως αυτή δεν ήταν αγάπη, βαθιά, χαρακωμένη, ρυτιδιασμένη αγάπη, παρά ήταν απλά ένας νεανικός έρωτας με δόσεις υπερβολής και μπόλικο attitude, όπως πρέπει να’ ναι άλλωστε αυτοί οι πρώτοι έρωτες της ζωής σου… Κι αυτό γιατί είχα βιώσει την διαφορά. Βλέπεις, είχα role models όμοια των οποίων δεν ματάξανασυναντήσα.

Ο θείος μου ο Φώτης ήταν παντρεμένος με την θεία Ευτυχία για 51 χρόνια. Το λες και μια ζωή. Ήταν μια από αυτές τις αγάπες που γίνονται σημείο αναφοράς στην ζωή σου, σαν κριτήριο, σαν σταθερά και μέτρο σύγκρισης των υπολοίπων, μα και σαν ένας απίστευτα μακρινός, σχεδόν ουτοπικός στόχος.

Ο Φώτης ήταν στρατιωτικός, Συνταγματάρχης εν αποστρατεία Φώτιος Κ. Η θεία, (αδερφή της γιαγιάς μου από την πλευρά του πατέρα μου) μια πραγματική καλλονή της εποχής της.

Την αγάπησε, την διεκδίκησε κι όταν τελικά κέρδισε την καρδιά της και την απέκτησε, την τίμησε σαν βασίλισσα. Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειες της ζωής τους πριν από μένα. Ο θείος, πυροτεχνουργός, θα έπαιξε αρκετές φορές με την ζωή του φαντάζομαι, εγώ είδα μόνο τα ευχάριστα, ήταν υπεύθυνος ασφαλείας για την φαντασμαγορία των πυροτεχνημάτων στις τελετές έναρξης και λήξης της ΔΕΘ, κι έτσι είχα την καλύτερη θέση που θα ονειρευόταν ποτέ ένα πιτσιρίκι. Χοροί μασκέ σε λέσχες Αξιωματικών στην Θεσσαλονίκη και στην Δράμα και άλλα τέτοια.

Δεν είχαν παιδιά. Είπαν πως δεν μπορούσαν. Κι έτσι εγώ πρώτα, κι έπειτα ο αδερφός μου (ο Φωτης-you got it) και πιο μετά η αδερφή μου η Αφροδίτη, γίναμε τα παιδιά τους. Εγώ ειδικά μεγάλωσα πρακτικά με αυτούς, είχαν μια πανέμορφη μονοκατοικία στην Αβδέλλα, στο Καραμπουρνάκι (ακόμη μπορούσες να κολυμπήσεις τότε (με πορτοκάλι μπρατσάκια εγώ) κάτω από ένα νυχτερινό κέντρο της εποχής, το Αριγκάτο. Θυμάμαι τον πελώριο κήπο τους με το αίθριο και τις εκατοντάδες τριανταφυλλιές, μια μυρωδιά που έχω ταυτίσει για πάντα με την Ευτυχία.

Τέσπα. Όπως προείπα, καθώς οι γονείς μου ασχολούνταν πολύ ενεργά με την πολιτική για να βοηθήσουν τον Ήλιο τον Πράσινο να ανατείλει, (τρομάρα τους και μας), σε τούτη την έρμη χώρα, εγώ έμενα τον περισσότερο καιρό μαζί τους.

Με αγαπούσαν σαν παιδί τους. Μου έκαναν όλα τα χατίρια, ήταν αρκετά εύποροι και ταξίδευαν πολύ συχνά στο εξωτερικό, τα ταξίδια ήταν το πάθος τους.
“Είμαστε, πρώτα και πάνω απ’ όλα, συνταξιδιώτες” μου έλεγε συχνά η θεία.

Καμιά φορά, όταν ο Φώτης έκανε τις βαριές δουλειές του κήπου τους, την έβλεπα να τον κοιτάζει με μια περηφάνια τόσο όμορφη που με έκανε να δακρύζω, μια οικεία, μια αρχαία αγάπη που ρίζωσε και τους τύλιξε μαζί.

Δεν υπήρχε παιχνίδι ή μπάλα, ή σπορτέξ που να μην το είχα από τους πρώτους στην πόλη, τις δε μπανάνες που εκείνη την εποχή σπάνιζαν, επειδή τις έφερναν από το εξωτερικό καταπράσινες σε πελώρια τσαμπιά, εγώ τις έκανα πάσες σε φίλους.

Μεγάλωνα όμως, μεγάλωναν κι αυτοί, σύντομα θα υποβιβάζονταν από πρωταγωνιστές στην ζωή μου, σε δεύτερο ρόλο, ενός αγαπημένου θείου και θείας που θα έβλεπα μόνο τα Σ/Κ κι έπειτα στις οικογενειακές γιορτές, Χριστούγεννα ειδικά μας έλουζαν με δώρα από το Λονδίνο όπου πήγαιναν σχεδόν 2 φορές κάθε χρόνο.

Στα 71 της η θεία μου, μετά από ένα, (έμελλε να είναι και το προτελευταίο τους μαζί), ταξίδι στο Μαρόκο και την Τυνησία, πήγε να απλώσει την μπουγάδα στο σχοινί, έπεσε κι έσπασε τον γοφό της.

Πήγαμε την είδαμε στο 424 Σ.Ν. όπου την νοσήλευαν 2 μέρες μετά το ατύχημα. Οι γονείς μου ακούγαν σοβαροί κάποιες δυσάρεστες προγνώσεις, δεν ήξερα τι έλεγαν, για μένα το σπάσιμο ενός γοφού ήταν αμελητέο στην κλίμακα ατυχημάτων, αλλά το καταλάβαινα από τα σκεπτικά και σκυθρωπά τους πρόσωπα.

Ή θεία μου έλαμπε από χαρά που μας είδε, αλλά κάτω από αυτή την χαρά ήταν πολύ χλωμή, κάτι με το χρόνιο άσθμα της, που καθιστούσε την αναισθησία για χειρουργείο αδύνατη, κάτι αιματώματα και θρόμβοι που προκαλούσαν επιπλοκές, λέξεις των οποίων την σημασία δεν κατανοείς όταν είσαι 11-12…

Μείναμε για όσο μας επέτρεπε το ωράριο του επισκεπτηρίου, την φίλησα, με τράβηξε κοντά της και με αγκάλιασε με όση δύναμη είχε.
– Θα ξανάρθουμε αύριο, της είπα. Μου χαμογέλασε, είχε τα μάτια μου αλλά τα δικά της ήταν βουρκωμένα. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
Μέσα στο θάλαμο της βρισκόταν μόνο μια ακόμη κυρία στο διπλανό κρεβάτι.
– Είναι κουρασμένη τώρα η θεία, μας είπε, θα την δείτε αύριο πάλι, αφήστε την να ξεκουραστεί.

Κι έτσι έγινε. Αλλά δεν ήταν πια μαζί μας. Τα μάτια της ήταν κλειστά και είχε φύγει για όπου κι αν είναι εκεί που πάνε όσοι φεύγουν.

Ο θείος μου ξόδεψε όλο το προηγούμενο βράδυ στο πλευρό της, της κρατούσε το χέρι, της χάιδευε το μέτωπο, αποχαιρετούσε την αγέραστη ψυχή της μονάκριβης, της μοναδικής, πραγματικής αγάπης του. Είμαι βέβαιος πως στα μάτια του δεν γέρασε ούτε μία μέρα από την πρώτη φορά που την αντίκρισε.

Ή διπλανή μας είπε πως η Ευτυχία ξύπνησε και τον αποχαιρέτησε, του είπε: –
– Φώτη, εγώ θά φύγω τώρα, εσύ συνέχισε όσο πάει, έχεις τα παιδιά, έχεις ανθρώπους…
– Σσσσσ
, την καθησύχασε ο Φώτης, μη μιλάς έτσι.
Την φίλησε κι έμεινε εκεί μέχρι που αποκοιμήθηκε στα χέρια του.

Έπειτα, βγήκε στην αίθουσα αναμονής για να καπνίσει ένα τσιγάρο κι αφού το τελείωσε, πήρε μια καρέκλα, άνοιξε το παράθυρο, ανέβηκε στο περβάζι κι έπεσε στο κενό από τον τρίτο όροφο.

Ή Ευτυχία δεν ξύπνησε ποτέ, δεν έμαθε ποτέ τι έγινε, έφυγε από αυτή την ζωή μια ώρα αργότερα.

Φαντάζομαι την έκπληξη της όταν θα έβρισκε τον Φώτη, τον Φώτη της, που έφυγε μ’ αυτό τον τρόπο από την αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου για να την περιμένει στην αίθουσα συνάντησης των Αιώνια Ερωτευμένων Ψυχών.

Δεν ήταν φόβος ή δειλία. Όχι. Αυτό αρνήθηκα να το πιστέψω κι ας έπεσε από νωρίς στο τραπέζι των πιθανοτήτων. Όχι. Ο Φώτης ήταν κύριος, από εκείνους της παλιάς κοπής, που οδηγούν την ντάμα, που δίνουν την θέση τους, που ανοίγουν την πόρτα στην κυρία, πάντα, δίχως δεύτερη σκέψη, όχι από αυτοματισμό αλλά επειδή έτσι πρέπει.

Και δε θα μπορούσε ποτέ να αφήσει την Ευτυχία του να φύγει για ένα τέτοιο ταξίδι μόνη της. Έπρεπε να πάει μαζί της. Έπρεπε να πάει πριν από αυτή για να κλείσει τις καλύτερες θέσεις για την αγαπημένη του γυναίκα, για το μισό χωρίς την ύπαρξη του οποίου το άλλο μισό πεθαίνει, σιαμαίες ψυχές που μοιράζονται μια καρδιά.

Όλα αυτά, όλα όσα ακολούθησαν μετά, αφορούσαν τον συναισθηματισμό τον οποίο επενδύουμε στα αδειανά κουφάρια των αγαπημένων μας νεκρών. Δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία για τον Φώτη και την Ευτυχία. Αλλά είχαν για εμάς. Έπρεπε να ταφούν μαζί, δίπλα-δίπλα, όπως έζησαν κι ας ήταν κάτι που απαγορευόταν ρητά για αυτόχειρες. Κινήθηκε Γη και ουρανός και το καταφέραμε.

“Είμαστε συνταξιδιώτες…” μου το είχαν πει. Καταλάβαινα τι εννοούσαν τότε. Τους καταλαβαίνω και τώρα. Δεν είναι το ταξίδι που έχει τόση σημασία, δεν είναι καν η κατεύθυνση ή ο προορισμός, η αφετηρία ή το τέρμα, όλα είναι απαραίτητα μεν, σημεία αναφοράς στην διαδικασία κίνησης, αλλά τίποτε άλλο δεν είναι τόσο σημαντικό ή τόσο πολύτιμο όσο το να βρεις τους ιδανικούς συνταξιδιώτες…